MARIA CYBER & THOMAS

Παιδικός Διαβήτης

…«Από τα 3 μου», μου είπε και μου φάνηκε ένας αριθμός ηλικίας σχεδόν μηδενικός. Τον άκουσα προσεκτικά, ό,τι μνήμες είχε από τότε, η πρώτη του ινσουλίνη, η πρώτη του δίαιτα, η πρώτη του απαγόρευση. Έτρεχε τις ηλικίες για να φτάσει στο προαύλιο, εκεί θυμόταν καλύτερα όλα τα σχολεία που είχε αναγκαστεί να αλλάξει.

Τώρα μου είπε ότι μπορούσε πλέον να μου μιλήσει γιατί μπορούσα να τον καταλάβω, είχα πριν ένα χρόνο διαγνωστεί και εγώ με διαβήτη τύπου 1. Έτσι καθίσαμε για ώρες, εγώ άκουγα, αυτός μιλαγε, γυρίσαμε μαζί στα πρώτα του χρόνια, ήταν σχεδόν σαν να μου έδειχνε φωτογραφίες, τον ακολουθησα πιστά, σε όλο το ταξίδι μέχρι σήμερα.

“Οι γονείς, ολόκληρο πορτραίτο“, το επαναλάμβανε, “ήμουν στα χέρια τους και αυτοί στα χέρια των γιατρών, εγώ δεν ήξερα, αυτοί έπρεπε να μάθουν, αυτοί άρχιζαν να γνωρίζουν τον διαβήτη μου πρώτα, όχι εγώ. Ήταν σαν να είχε μπει κάποιος ανάμεσα μας και να καθορίζει την σχέση μας, εγώ τον ανέλαβα μετά από κάποια χρόνια.” Σχεδόν δεν τον ρώταγα τίποτα, άφηνα να μου τα λέει με την σειρά που ένιωθε, πηδάγαμε ηλικίες, εμπειρίες, σχολεία, σχέσεις, φιλίες αλλά σε όλα ήταν μέσα αυτός, ο διαβήτης.

“Μόνιμος απρόσκλητος κάτοικος του σώματος μου“, έτσι τον ονόμαζε τον διαβήτη του και βούρκωνε για την μαμά του σε κάθε θύμηση. Την θεωρούσε ήρωα, «πώς ήξερε να χειριστεί κάτι που δεν ένιωθε» αυτό έλεγε και συνέχιζε «ήταν πολλές φορές σαν να έμπαινε στο σώμα μου και να διαπραγματεύεται μαζί του, την άφηνα, και εκείνη τον χειρίζονταν με αυτοπεποίθηση, δεν τον άφηνε να με φοβίζει, πάντα μου έδειχνε ότι είμαστε πιο δυνατοί από αυτόν, αυτό καμάρωνα και κάθε φορά που νιώθω ότι με νικάει, δυναμώνω σκεπτόμενος την μαμά μου, γίνομαι ένα πάλι μαζί της και παλεύω πλέον εγώ αντί για αυτήν και δεν τον αφήνω να με ελέγξει, σφίγγω τα δόντια και ακόμα και αν έχω κουραστεί από την καθημερινή μάχη στο βάθος του μυαλό μου εμφανίζεται η μαμά μου και τότε ξαναπαίρνω θάρρος γιατί σκέφτομαι ότι αν νικήσει εμένα είναι σαν να νικάει και αυτήν και αυτό δεν θα το επέτρεπα».

Βουρκώσαμε σχεδόν ταυτόχρονα και ήρθε ένας πλανόδιος να αλλάξει το κλίμα, ένα τραγούδι, 2 ευρώ για να του θυμίσουν ότι είχαν φτάσει οικογενειακά σε στιγμές που τα χρήματα του κουμπαρά δεν πήγαιναν πάντα σε παιχνίδια αλλά σε κάτι εταιρείες που είχαν ειδικά παιχνίδια για γλυκά παιδάκια και που θα βοήθαγαν με αυτά τα παιχνίδια να πονάει λιγότερο από τα τρυπήματα. Έτσι βρέθηκε, έτσι το έλεγε τότε, με ένα ολόδικο του, πάνω του παιχνίδι που κουδούνιζε εκνευριστικά και πότε δεν το αγάπησε. Ήταν το πρώτο παιχνίδι που δεν θα ξεχάσει ποτέ μαζί με ένα playmobil κάστρο που προσπαθούσε να χωρέσει μέσα, εκεί γέλασε γιατί μου είπε ότι πίστευε ότι σε αυτό το κάστρο δεν θα τον έβρισκε ο διαβήτης. Όλες αυτές οι μνήμες, τώρα στα 35 του τις ξεκλειδώνει μόνο σε ιδιαίτερες στιγμές, όπως η σημερινή, τις κρατάει μέσα του σαν δικό του μυστικό, όχι μόνο σαν την ιστορία της ζωής του, αλλά σαν το «υλικό» που τον συνθέτει και που τον μεγάλωσε…


κείμενο Μαρία Κ.